διακαρτέρησις

διακαρτέρ-ησις, εως, ,
A endurance, perseverance, Marin.Procl.26(pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακαρτέρησις — διακαρτέρησις, η (AM) [διακαρτερώ] καρτερικότητα, υπομονή …   Dictionary of Greek

  • διακαρτερήσει — διακαρτέρησις endurance fem nom/voc/acc dual (attic epic) διακαρτερήσεϊ , διακαρτέρησις endurance fem dat sg (epic) διακαρτέρησις endurance fem dat sg (attic ionic) διακαρτερέω endure to the end aor subj act 3rd sg (epic) διακαρτερέω endure to… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαρτερήσεις — διακαρτέρησις endurance fem nom/voc pl (attic epic) διακαρτέρησις endurance fem nom/acc pl (attic) διακαρτερέω endure to the end aor subj act 2nd sg (epic) διακαρτερέω endure to the end fut ind act 2nd sg διακαρτερέω endure to the end aor subj… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαρτέρησιν — διακαρτέρησις endurance fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.